Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Εργασιακές σχέσεις. Η θεωρία του «όσο χειρότερα, τόσο καλύτερα»

.
Τη δεκαετία του ΄90, συμμετέχοντας ως εκπρόσωπος της μικρής εργοδοσίας σε διάφορες διαπραγματεύσεις για το χρόνο εργασίας και τις εργασιακές σχέσεις, υποστήριξα μεταξύ άλλων για το 35ωρο, τη βασική θέση ότι η μείωση του χρόνου εργασίας αποτέλεσε διαχρονικά, από τον 19 αι., μοχλό μεγάλης ανάπτυξης των οικονομιών των χωρών που την εφάρμοσαν. Ομοίως στις διαπραγματεύσεις για τις εργασιακές σχέσεις, που αποδιαρθρώνονταν συνεχώς, υποστήριξα τη θέση ότι αυτά οδηγούν σε αδιέξοδο την οικονομία και μακροπρόθεσμα ζημιώνουν και την ίδια την εργοδοσία γιατί θυσιάζουν το μέλλον της στο παρόν.
Δέχτηκα απίστευτες επιθέσεις, απο τους άλλους εκπροσώπους της εργοδοσίας, ότι είμαι π.χ. η 5η φάλαγγα του «Περισσού» στο χώρο της εργοδοσίας και άλλα τέτοια ωραία αλλά δεν πήρα ποτέ καμιά λογική απάντηση στις θέσεις που ανέπτυξα.


Σε απάντηση όλων αυτών έγραψα, απευθυνόμενος στα άλλα μέρη της εργοδοσίας, τον Σεπτέμβριο του 2000, ένα άρθρο σε μεγάλης κυκλοφορίας επαγγελματικό περιοδικό το οποίο ήταν αρκετά προφητικό για το σήμερα αφού αποδείχτηκε ότι εκείνα τα μέτρα κατά των εργαζομένων οδήγησαν στη σημερινή κρίση, όπως τα σημερινά προετοιμάζουν την αυριανή κρίση, στο όνομα της αποφυγής της οποίας λαμβάνονται!


Το πιο σημαντικό σημείο όμως ήταν η κοντόφθαλμη αντίληψη των εργοδοτών ότι όσο χειρότερες είναι για τους εργαζόμενους οι εργασιακές σχέσεις τόσο καλύτερα θα είναι για τις επιχειρήσεις!


Σημειώνω ότι το άρθρο απευθυνόταν από εργοδότη σε εργοδότες.


Από το άρθρο επέλεξα τα παρακάτω αποσπάσματα:


«Πολλές φορές η κοινωνία μας γίνεται δέκτης διαφόρων θεωριών για τις εργασιακές σχέσεις και τις αμοιβές των εργαζομένων. Στην πλευρά της εργοδοσίας υπήρχαν πάντα δύο βασικές αντιλήψεις, αντίθετες μεταξύ τους, που εμφανίσθηκαν από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η μια αντίληψη έλεγε ότι όσο μικρότερη είναι η αμοιβή και όσο λιγότερα τα δικαιώματα των εργαζομένων, τόσο καλύτερα θα πάει η επιχείρηση, και η άλλη έλεγε ότι όσο χαμηλότερα αμείβονται οι εργαζόμενοι και όσο λιγότερα δικαιώματα έχουν, τόσο χειρότερης ποιότητας εργασία θα προσφέρουν και τόσο χειρότερα θα πάει η επιχείρηση. Η μία άποψη βλέπει την εργατική αμοιβή σαν απώλεια και η άλλη σαν επένδυση. Ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα υπάρχει πληθώρα από θεωρίες μεικτής σύνθεσης.


Χαρακτηριστικό της διαφοράς των δύο αυτών αντιλήψεων είναι τα παρακάτω αποσπάσματα εκπροσώπων της εργοδοσίας, καταγεγραμμένα από τον Κ. Μαρξ τον περασμένο αιώνα:


«Όταν η Αγγλική Βουλή το 1833 ελάττωσε σε τέσσερις βιομηχανικούς κλάδους την εργάσιμη ημέρα για παιδιά (...) (οι βιομήχανοι και οι εκπρόσωποί τους) νόμισαν ότι σήμανε η τελευταία ώρα της αγγλικής βιομηχανίας!» (Κ. Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», Τόμος Α, σελ. 290 εκδ. "Σύγχρονη Εποχή" και εκδ. "Μόρφωση").


Παρόμοια επιχειρήματα που αφορούν το μισθό, την ελαστικοποίηση, το χρόνο εργασίας κ.λπ., δε λείπουν σήμερα από την πλειοψηφία των μεγάλων επιχειρήσεων, όταν υπερασπίζονται την ανταγωνιστικότητα μέσα στην παγκοσμιοποίηση.


Ακριβώς το αντίθετο μας λέει τo απόσπασμα που ακολουθεί.


«Μήπως οι Εγγλέζοι δεν καμαρώνουν για τα χαρίσματα και την επιδεξιότητα των χειροτεχνών τους και των εργατών μανιφακτούρας που επέβαλαν γενικά τα αγγλικά εμπορεύματα και τα έκαναν διάσημα; (...) Όταν, όμως, οι Εγγλέζοι μετατραπούν σε εργάτες που αιώνια ξεθεώνονται στη δουλειά, υπάρχει κίνδυνος να εκφυλισθούν...» (Prostitwayt: First Preliminary Discourse. Κ. Μαρξ «Το Κεφάλαιο», τόμος Α, σελ. 188).


Η άποψη αυτή, που δείχνει μια «φωτισμένη εργοδοσία» η οποία θέλει να προετοιμάσει τα κέρδη του αύριο, φαίνεται να είναι και σήμερα μειοψηφία. Έτσι, με δεδομένη τη γενική ανατροπή των συσχετισμών δυνάμεων σε βάρος της εργατικής τάξης, επιβάλλεται η άποψη του «όσο χειρότερα για τους εργαζόμενους, τόσο καλύτερα για τις επιχειρήσεις»!


Η άποψη του «όσο χειρότερα…» βέβαια, είναι επικίνδυνη όχι μόνο για τους εργαζόμενους, αλλά και για τις ίδιες τις επιχειρήσεις και για την εθνική οικονομία και την κοινωνία. Αν εφαρμοσθεί, σε πολύ σύντομο διάστημα το μέλλον θα θυσιαστεί στο παρόν και η ποιότητα των αυριανών εργαζομένων θα είναι πολύ χειρότερη από τις σύγχρονες απαιτήσεις, που τους θέλουν να διευθύνουν τα μέσα παραγωγής με τις υπεραναπτυγμένες νέες τεχνολογίες.


Αυτή τη στιγμή (2000), σε παγκόσμιο επίπεδο επικρατεί ένας παγκόσμιος φαύλος κύκλος υποβάθμισης της αξίας και της ποιότητας της εργατικής δύναμης σε σχέση με τις απαιτήσεις της νέας τεχνολογίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι περισσότερες χώρες έχουν βρεθεί χωρίς προετοιμασμένο εργατικό δυναμικό για τις νέες τεχνολογίες και τη «νέα οικονομία». Δεν έγινε αυτό λόγω λανθασμένων επιλογών στην εκπαίδευση, αλλά λόγω συνεχούς (σχετικής) μείωσης των δυνατοτήτων της εργατικής τάξης να μορφώνει τα παιδιά της σε ένα υψηλό επίπεδο, εφάμιλλο των απαιτήσεων της εποχής.


Ομοίως, βέβαια, αρνητικό ρόλο έπαιξε η συνεχής απόκλιση των δαπανών για εκπαίδευση και κατάρτιση από τις ανάγκες παραγωγής σύγχρονου εργατικού δυναμικού. To ότι σήμερα πολλά κράτη -και η Ελλάδα- «τρέχουν και δε φτάνουν» ‘ρίχνοντας’ πρόσθετες δαπάνες στην κατάρτιση, όπως κάποιος ρίχνει ιώδιο στην πληγή, δείχνει καθαρά τις λανθασμένες επιλογές στην εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.


Πώς φθάσαμε, όμως, στο φαύλο κύκλο υποβάθμισης της εργατικής δύναμης, η οποία αποτελεί τον πρώτο όρο ανάπτυξης μιας οικονομίας;


Οι πολυεθνικές που προωθούν την παγκοσμιοποίηση φέρουν την πρώτη ευθύνη. Παγκοσμιοποιώντας την παραγωγή, πιέζουν για πρότυπα εργασιακών σχέσεων χωρίς κανόνες και δικαιώματα. Παράλληλα, ο ανταγωνισμός σπρώχνει τη μια χώρα (κυβερνήσεις-υποχείρια του διεθνούς μονοπωλιακού κεφαλαίου) μετά την άλλη, χάριν της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, να μειώνουν τα εργατικά δικαιώματα προκειμένου να βελτιώσουν την ανταγωνιστική τους θέση. Ένα δυσμενές μέτρο σε κάποιο κράτος έχει σαν συνέπεια ένα άλλο χειρότερο μέτρο σε άλλο κράτος κ.ο.κ.


Στο παιχνίδι εισήλθαν και διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, ΠΤ, ΕΕ κλπ) που κωδικοποίησαν ένα νέο «ελεύθερο» μοντέλο εργασιακών σχέσεων για όλες τις χώρες, εν ονόματι του ανταγωνισμού, της ανάπτυξης και της ... διάσωσης της εργασίας. «Όποιος χάνει δικαιώματα κερδίζει δουλειά σε βάρος εκείνου που έχει δικαιώματα»!!! Αυτή είναι, περίπου, η φιλοσοφία της παγκοσμιοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Σχεδόν όλες οι χώρες μπήκαν σ’ αυτόν το φαύλο κύκλο, προκειμένου «να αποφύγουν την ανεργία και να διασώσουν την ανταγωνιστικότητα». Στην πράξη, ανακυκλώνουν και περιφέρουν τις κρίσεις και την ανεργία από το ένα κράτος στο άλλο.


Πότε, όμως, θα κλείσει αυτός ο φαύλος κύκλος; Δεν είναι γνωστό, γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.


Πρώτα απ’ όλα εξαρτάται από τους ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Η παγκοσμιοποίηση (του κεφαλαίου), όμως, ακόμη δεν απέκτησε τον παγκοσμιοποιημένο (εργατικό) αντίπαλό της.
Δεύτερο, όταν γίνει πλέον κατανοητό (από την κυρίαρχη τάξη) ότι το εργατικό δυναμικό (με αυτή την πολιτική) εκφυλίζεται και γίνεται αντιπαραγωγικό, οπότε θα απαιτούνται πια τεράστιες επενδύσεις, για να αποκτήσει ανώτερο επίπεδο παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας.
(….)


Τέλος, πρέπει εδώ να σημειώσουμε και ένα ακόμη γεγονός. To ιαπωνικό μοντέλο εργασίας, (το οποίο κάποτε μας πρότειναν διάφοροι «ειδικοί» να ακολουθήσουμε) επί δεκαετίες είχε όλα τα χαρακτηριστικά των σημερινών «ελαστικών» μοντέλων, πλην εκείνου της μερικής απασχόλησης. Κι όμως, εδώ και 7-8 χρόνια έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώριά του και έχει οδηγήσει την Ιαπωνία σε χρόνια κρίση. Συμπέρασμα: Όλα τα μοντέλα (ΣΣ: και το ιαπωνικό και αυτά που μας προτείνουν σήμερα ως διέξοδο απο τη κρίση) έχουν τα όριά τους και τα παραδείγματα πρέπει να εξετάζονται και από τις δύο πλευρές τους...»


Σχολιάζοντας ίσως πει κάποιος ότι αυτές οι θέσεις με ένα κλικ αριστερά υποκρύπτουν εργατικές θέσεις για εντός του καπιταλισμού τακτική κλπ. Αυτό δεν έχει καμιά σημασία από τη στιγμή που αντανακλούν αλήθειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου