Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

«Κοίτα, το αίμα είναι ακόμη ζωντανό»!



Αφήγημα- Ιστορίες βγαλμένες από την αλήθεια!



«Λίγες μέρες μετά που γύρισα από την εξορία, ο μεγάλος αδελφός με παίρνει από δίπλα.

-πάμε να σε δείξω τα χωράφια του παππού.

-πού δηλαδή, Αϊ Γιάννη και Μπικ Παρτσέ;

-όχι, αυτά στο χωριό, στη Ντερβέσιαν, δεν τα ξέρεις.



Πήγαμε. Με τα πόδια γυρίσαμε κάποια χωράφια. Άλλα ήταν ακόμη δικά μας άλλα τα είχαν καταλάβει άλλοι, αλλά δεν άξιζαν και τόσο, μάλλον εγκαταλειμμένα ήταν. Γεμάτα αγριόχορτα, αδέσποτα δέντρα και θάμνους.



Μου λέει κάποια στιγμή με πολύ παράξενη φωνή:


-Άντε τώρα, πάμε και στη Μάϊκατα, πάνω από το Σουμπάσκιοϊ, προς τα ριζά του Μπόζ-Νταγ, το βουνό.

-   -Μακριά δεν είναι;

-   -Μακριά!






Ιστορίες από το παρελθόν



Ξεκινήσαμε, ο αδελφός μου ήταν αμίλητος σκεφτικός. Νόμιζα ότι συγκινήθηκε που έβλεπε τα χωράφια, το χωριό και τα μέρη που μεγάλωσε. Μετά μουρμούριζε κάθε λίγο διάφορα παιδικά γεγονότα και ιστορίες του χωριού. Ιστορίες για φαντάσματα και νεράϊδες. Η Μάϊκατα ήταν το αγαπημένο τους μέρος. Ιστορίες και με τους Βούλγαρους φασίστες, στην κατοχή, που κυνηγούσαν όποιον πρόβαλε την παραμικρή αντίσταση. Αλλοίμονο βέβαια όσοι συμπαθούσαν το ΕΑΜ ή είχαν αντάρτες συγγενείς στο βουνό. Το ξύλο στην πλατεία με κοπάνια στον πισινό, ήταν η προσφιλής μέθοδός τους. Ιστορίες και με τους φασίστες και δωσίλογους εθνικόφρονες, μετά την κατοχή, που έβγαλαν το μισό χωριό Βούλγαρους και σημάδεψαν τα σπίτια τους με κόκκινους σταυρούς για να τους διώξουν και να πάρουν τις περιουσίες. Στην κατοχή ήταν μόνο κομμουνιστές και τους σημάδευαν με το ελεύθερο από τους Βούλγαρους. Τώρα ήταν και Βούλγαροι και κομμουνιστές! Μετά έλεγε ιστορίες, πού σκότωσαν αυτόν, πού βασάνισαν τον άλλον...



Στο χωράφι



Βγήκαμε από το μονοπάτι. Θάμνοι, τσαλιά, αγκάθια μας έσκιζαν τα ρούχα. Ανώμαλο το βουνό, ήμαστε στα ριζά του.



Φτάνουμε σε μια χαράδρα με διακλάδωση. Μου λέει:



-να εκεί απέναντι, το τριγωνικό χωράφι είναι, το βλέπεις; 

-δεν μπορούμε να περάσουμε από ‘δώ, η χαράδρα είναι βαθιά και απότομη, του απαντώ.

-δεν μπορούμε.

-Δεν θα πάμε;

-Δεν θα πάμε.

-να κάνουμε το γύρω από πάνω, μπορούμε.

-δεν μπορούμε!

-μπορούμε.

-δεν μπορούμε!



Έμεινε αμίλητος, αναστατωμένος. Άρχισε να δακρύζει. Κάρφωσε τα μάτια του στο χωράφι. Κάτι άστραψε και πέταξε μια λάμψη από μέσα τους και μιλάει σαν απόκοσμα.



-μα δεν μπορούμε να πάμε δεν βλέπεις;  Κοίτα, το αίμα είναι ακόμη ζωντανό!

-ποιο αίμα αδελφέ, τι είναι αυτά που λες;

-το αίμα, το αίμα των ανταρτών, δεν βλέπεις τα κοκκινισμένα φύλλα των θάμνων και των καραγατσιών; Το αίμα των ανταρτών είναι και είναι ακόμη ζωντανό!



Πάγωσα! Τα πόδια μου έτρεμαν. Εικόνες από μακελεμένους αντάρτες με το αίμα τους να ρέει στη χαράδρα, πέρασαν σαν αστραπή από μπροστά μου.



-μα τι λες τώρα αδελφέ; του λέω, για ποιους αντάρτες μιλάς;



Έκλεγε! Πηγαίνει παραπέρα. Ξαναγυρίζει. Αρχίζει την αφήγηση.



- κάτσε στη πέτρα να σε πω μια ιστορία που κανένας δεν λέει. Δεν είναι φαντασία. Ξέρεις ότι ποτέ στο σπίτι δεν μιλούσαμε γι αυτά. Σιωπή για όλα ήταν ο κανόνας να επιβιώσουμε. Γι αυτό δεν ξέρεις τίποτα . Τώρα όμως, είτε το θέλουμε είτε όχι εσύ έγινες ένα με αυτούς τους αντάρτες. Ήσουν στην κοιλιά της μάνας μας όταν σκοτώθηκαν. Και θυμάσαι; Όχι δεν θυμάσαι. Γεννήθηκες μετά λίγους μήνες κάτω από ριπές πολυβόλων!  Κι έγινες η συνέχεια τους και εγώ έχω υποχρέωση να στο πω. Καλά, εσύ δεν τα πιστεύεις αυτά με τις ψυχές αλλά εγώ τα πιστεύω! Όλοι ξέρουν και όλοι σωπαίνουν για την ιστορία εδώ. Κανείς δεν θέλει να θυμάται.



Καθόμαστε. Κόβει ένα ξύλο και αρχίζει να σκαλίζει τη γη αμήχανα. Χάρασσε γραμμές σαν νεκρούς στη σειρά! Φάνηκε ανήσυχος.



-άκου, ακόμη έχουμε δικτατορία. Μη τα κάνεις κουβέντα αυτά γιατί εσύ είσαι ανεξέλεγκτος και αμετανόητος, να μην έχουμε όλοι ντράβαλα.

-έλα πες τώρα, συμφωνίες θα κάνουμε;



-Κοίτα, αυτό το χωράφι το έχουμε αφήσει από τότε που έγινε η σφαγή. Ποτέ δεν πατήσαμε το πόδι μας, θα ήταν σαν να πατούσαμε το ζωντανό αίμα τους. Το αίμα πότισε τη γη, πότισε και τα φυτά, γι αυτό κοκκινίζουν! Ας πάει χαλάλι, τόσοι νεκροί ας έχουν ένα απάτητο μέρος δικό τους.


 


Η μάχη



Ένα πρωί τον Φλεβάρη του ΄49 γέμισε ο τόπος στρατό. Τανκς, GMS, πολυβόλα, κανόνια, όπλα. Πέρασαν και από το χωριό μας.  Άρχισαν και τα αεροπλάνα τις αναγνωριστικές. Περικύκλωσαν το Σουμπάσκιοϊ. Ακούγαμε πυροβολισμούς, μάχη κανονική!. Σε λίγο ομοβροντίες από τανκς και αεροπλάνα. Χαλασμός!



Ένα τμήμα ανταρτών που μετείχε σε επιχειρήσεις μέσα στα Σέρρας ξέμεινε τη  νύχτα στο Σουμπάσκιοϊ να ξαποστάσει, αλλά αντί να φύγει χαράματα για Μπόζ-Νταγ και Καρλίκιοϊ, άργησε. Τη νύχτα είχαν δουλέψει τα χαφιεδολόια και ο στρατός οργάνωσε περικύκλωση και επίθεση. Κάποια στιγμή οι αντάρτες επιχείρησαν έξοδο απελπισίας από τη χαράδρα προς Καρλίκιοϊ και Βεζνίκο για να περάσουν προς το βουνό. Τότε έγινε το μακελειό. Από παντού περικυκλωμένοι! Τα πολυβόλα και τα τανκς από πάνω άρχισαν πυρ κατά βούληση. Τα αεροπλάνα πετούσαν χαμηλά και θέριζαν. Ποιος είδες τον θεό της Κόλασης και δεν φοβήθηκε! Κορμιά διαμελίστηκαν, σκοτώθηκαν πολλοί, αλλού τα χέρια αλλού τα πόδια. Αίμα παντού! Πολεμούσαν όμως! Πολεμούσαν ηρωικά ένας με 100(!) και σκότωναν και αυτοί όσους στρατιώτες έκαναν την αποκοτιά να πλησιάσουν νομίζοντας πως έχουν να κάνουν με ποντίκια στη φάκα.



Φωνές ανταρτών παντού! «Ωχ μανούλα μου, μάνα πεθαίνω για τον λαό, μάνα που είσαι να μας καμαρώσεις», φώναζαν μέσα σε ουρλιαχτά πόνου, όσοι αντάρτες καταλάβαιναν ότι πεθαίνουν. Όσοι κατάφεραν, μετά από ηρωική μάχη, να ξεφύγουν από την παγίδα και να βρεθούν στο βουνό, δεν πίστευαν στο χαλασμό που έγινε!

 

Η διαπόμπευση



Την άλλη μέρα στην πλατεία, στα Σέρρας, ήταν απλωμένα μισά κορμιά, κεφάλια κομμένα στη σειρά, γυμνές κοπέλες κομμένες από ριπές πολυβόλων, χέρια πόδια πεταγμένα σορό. Δεν ξέρω πόσα, δεν μπορούσες να υπολογίσεις. Αυτοί κατέβασαν τα σχολεία και καλούσαν τον κόσμο να δει τι παθαίνουν οι «κουμουνιστοσυμμορίται και οι εαμοβούλγαροι σλαβοκουμμουνισταί» από τον εθνικό στρατό. Εμβατήρια στρατιωτικά έπαιζαν. Βγήκαν και μεγάφωνα στους δρόμους και στα χωριά: «όσες μάνες έχουν κουμμουνιστάς κατσαπλιάδες στα βουνά να έρθουν να αναγνωρίσουν τα πτώματά τους γιατί ο στρατός τους ξέκανε όλους»! Να μαυροντυμένες μάνες να τρέχουν και να κλαίνε πριν ακόμη δουν αν το παιδί τους είναι σκοτωμένο εκεί. Και αν δεν ήταν όμως, αυτές έκλαιγαν γιατί κάθε σκοτωμένος αντάρτης ήταν και δικό τους παιδί. Οι συγγενείς δεν τολμούσαν να περάσουν για να μη τους πιάσουν και τους πάνε για αναγνώριση και μετά δεν ήξεραν τι αγριότητες τους περίμεναν.



Και το αίμα στο χωράφι στοίχειωνε στις ρίζες των φυτών!



 


Οι εκτελέσεις των αφανών



Λίγες μέρες μετά, ακούγαμε από το σπίτι κάθε χάραμα τις εκτελέσεις των αιχμαλώτων ανταρτών. Τους εκτελούσαν εκεί, απέναντι από το σπίτι μας στα νεκροταφεία των Σερρών. Λίγο πριν από τη τουφεκιά ακούγαμε στεντόρεια φωνή: «Ζήτω ο λαός, ζήτω το Κ-Κ-Ε»! μετά η ομοβροντία! Μικρά παιδιά ήμασταν και ανατριχιάζαμε. Μετά πλήρη σιωπή.Γεννήθηκες και ακόμη εκτελούσαν!



Κάποιοι νεκροθάφτες τους έθαβαν βιαστικά σε τάφους χωρίς όνομα, όλους όσους εκτελούσαν μαζί. Ποτέ κανένας δεν τους ξαναείδε, ποτέ δεν τους αναζήτησε, ο φόβος και η απαγόρευση έκτισαν τη λήθη. Κι εμείς ποτέ δεν πηγαίναμε εκεί στην άκρη που τους είχαν θαμμένους με ισοπεδωμένη γη για να μη ξεχωρίζει τίποτα. Απλώς «ξέραμε». Όποιος πήγαινε, αμέσως θεωρούνταν ύποπτος συμπάθειας στους κομμουνιστές και άρχιζαν τα βασανιστήρια! Μετά από 3 χρόνια τους ξέθαβαν τα συνεργεία σιωπηρά και πετούσαν χύμα τα κόκαλα στην υπόγεια πηγάδα κοινού τάφου. Αφανείς αγωνίστηκαν, αφανείς χάθηκαν!



Μαύρες ήταν εκείνες οι μέρες. Κανένας δεν θέλει να τις θυμάται, κανένας δεν τις αναφέρει.



Αυτό ήταν, μου λέει, στα είπα, ξαλάφρωσα, δεν τα ξαναλέω ποτέ!


 



Ψάχνοντας την ιστορία



Προσπάθησα να μάθω για την ιστορία. Κανένας δεν μιλούσε. Κάποιοι παλιοί αντάρτες έλεγαν κάτι μισόλογα αλλά δεν ήταν στη μάχη, δεν ήξεραν τι έγινε. Μόνο μιλούσαν για τραγικά λάθη και για σφαγή. Νόμιζα ότι σκοτώθηκαν όλοι. Για όλα τα άλλα έλεγαν. Για τις μάχες στο Λαϊλιά, στο Παγγαίο, στο Μπέλες, για την είσοδο των ανταρτών στα Σέρρας και στα χωριά, για τα Κερδύλια και το Πετρίτσι αλλά για τη Μάϊκατα πάνω από το Σουμπάσκοϊ κανείς!



Κάποιες στιγμές νόμιζα ότι όλα ήταν μια φαντασία του αδελφού μου. Όμως και τα μισόλογα που άκουσα έλεγαν ότι «κάτι» έγινε. Το θέμα το άφησα όπως τόσα άλλα, στο πέρασμα του χρόνου. Όμως ποτέ δεν τόλμησα να πάω ξανά στο χωράφι. Άκουγα μέσα μου τις κραυγές τους και τη φράση του αδελφού μου, «Κοίτα, το αίμα είναι ακόμη ζωντανό»! Το «ξέχασα» το  διέγραψα από τη μνήμη μου. Κανείς δεν ξέρει αν βρίσκεται ακόμη στη θέση του ή εξαφανίστηκε στη χαράδρα.»





Για την αντιγραφή, Στέργιος Βασιλείου



****


 

61 χρόνια μετά τη μάχη, βρέθηκε ένα αναπάντεχο τεκμήριο. Στο βιβλίο «Η ΕΑΕΜική Αντίσταση και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας στην περιοχή των Σερρών» του Βαγγέλη Κωστούδη (Αλέξη), μαχητή και από τους ηγέτες του τμήματος που την ημέρα εκείνη ήταν σε άλλη αποστολή, γίνονται διάσπαρτα αναφορές στο περιστατικό γιατί ήταν λάθος ασυγχώρητο και πάθημα για μάθημα.




Ένα απόσπασμα (*) από το βιβλίο:



[«Αντί αυτού (κτυπήματος αντιπερισπασμού στον κάμπο των Σερρών για τις μάχες στη Νιγρίτα)  επαναλήφθηκε επίθεση στην πόλη των Σερρών και σύμπτυξη στην ανατολική πλευρά, στο Νέο Σούλι. Τα τμήματα κουρασμένα, εξαντλημένα από επιχείρηση προηγουμένης και όχι μόνο, διότι ώσπου να φτάσουν στο στόχο είχαν διήμερη πορεία. Αποτέλεσμα να μην προλάβουν να συμπτυχθούν στο Μποζ-Νταγ και να τους βρει η αεροπορία μέσα στο Νέο Σούλι, πριν προλάβουν να καταλάβουν θέσεις, και να τους θερίσει κυριολεκτικά. Ο Διπλαράκος, αιτία της αποτυχίας στο Νέο Σούλι, θεώρησε ότι τα στελέχη δεν έδειξαν την απαιτούμενη αντοχή και αποφασιστικότητα. Λάθος. Δεν ήταν ένα μικρό επίλεκτο τμήμα. Ήταν μεγάλη δύναμη που πορευόταν ή μαχόταν ένα τετραήμερο. Ανάμεσά τους ήταν τραυματίες που μόλις αποθεραπεύτηκαν, κοπέλες με προβλήματα, ασθενικοί αντάρτες κλπ.



(τηλεγραφική αναφορά με ασύρματο στο Στρατηγείο ΔΣΕ)


«Πετρήν. Στις 9-2 το βράδυ δύο δίλοχίες συν πυροβολικό και σχηματισμός ταξιαρχίας μας ελίχθηκαν από Καπετανούδι νοτίως Σερρών. Εισήλθαν και κατέλαβαν το πρωί τις 10-2 το Νέο Σούλι με σκοπό ενέργεια επιστράτευσης και παραμονής την ημέρα στο χωριό. Εχθρός κίνησε δυνάμεις από Σέρρας και Νέα Ζίχνη, περίπου δύο λόχους, 8 άρματα μάχης και αεροπορία συνεχώς κατά κύματα επί 8 ώρες. Τμήματά μας αρχικά μέχρι τις 14.00 ώρα αντιμετώπιζαν αποτελεσματικά εχθρό προξενώντας σοβαρές απώλειες. Τμήματά μας πιεζόμενα, έχασαν την ψυχραιμία τους και παραβίασαν διάταξη παραμονής τους και αντιμετώπισης κατάστασης μέσα στο χωριό μέχρι το βράδυ. Εγκατέλειψαν υψώματα και χωριό άτακτα. Αεροπορία και άρματα έκανα θραύση κατά την έξοδο των τμημάτων μας. Απώλειές μας 50 τραυματίες, περισσότεροι από 20 νεκροί και 30 αγνοούμενοι. Πλήρη κατάσταση αδυνατούμε να δώσουμε. Αλέξης απουσίαζε από ενέργεια αυτή. Απώλειες εχθρού: καταστρέψαμε 2 τανκς, κατέπεσε ένα αεροπλάνο. Εχθρός είχε πάνω από 40 νεκρούς και τραυματίες. Μόνο σε 3 αυτοκίνητα φόρτωσε τραυματίες. 13-2-49 Διπλαράκος.»



Η υπεροχή του Κυβερνητικού Στρατού σε δύναμη πυρός ήταν συντριπτική. Εκεί όμως που έκανε θραύση κυριολεκτικά, ήταν η αεροπορία. Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν είχε αεροπλάνα. Στο χώρο μας δεν είχαμε στις αρχές ούτε υποτυπώδη αντιαεροπορική άμυνα. Οι αεροπόροι είχαν αποθρασυνθεί τόσο, που κατέβαιναν σε μερικές δεκάδες μέτρα και πολυβολούσαν ανενόχλητοι. Με αλλεπάλληλες διαταγές και οδηγίες του Γενικού Αρχηγείου, και τη δική μας πείρα, τα πράγματα άλλαξαν. Οργανώσαμε τμήματα αντιαεροπορικής άμυνας με βαριά πολυβόλα. Αλλά πιο αποτελεσματικά ήταν τα ομαδικά πυρά των μαχητών με τα λιανοτούφεκα. Έγιναν ο φόβος και ο τρόμος των αεροπόρων. Καταρρίφθηκαν αεροπλάνα, και πολλά έπαθαν ζημιές.]


Παραπομπή
(*) «Η ΕΑΕΜική Αντίσταση και ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας στην περιοχή των Σερρών» του Βαγγέλη Κωστούδη, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2010, σελ. 165, 166

** Οι φωτογραφίες είναι απο το βιβλίο του Β. Κωστούδη.

Ονοματολογία

Ντερβέσιαν = Οινούσα Σερρών
Μάϊκατα = πηγή – μάνα νερού
Σουμπάσκιοϊ = Νέο Σούλι Σερρών
Μπόζ-Νταγ =Μενοίκιο όρος
Καρλίκιοϊ = Χιονοχώρι Σερρών
Κοπάνια = ξύλα με τα οποία κοπανούσαν τις κουβέρτες και τα ρούχα στο πλύσιμο στο ποτάμι.
Καραγάτσι = Φτελιά
Τσαλιά – αγκαθωτές βατομουριές (βάτσινα)
Βεζνίκο = Άγιο Πνεύμα Σερρών
Μπικ Παρτσέ = τουρκική ονομασία μεγάλων μπαξέδων






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου