Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΥΣΙΜΑ. ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΨΕΥΤΗΣ;

«Πάντα ψεύτης άρα και τη μια φορά ψεύτης»!

Ο κ. Άδωνης (και από κοντά ο Στουρνάρας) σε όλες τις εκπομπές τηλεόρασης σκίζει τα ρούχα του και πανηγυρίζει ότι οι εισπράξεις φόρου από την εξίσωση στο πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης, στα 330 ευρώ το χιλιόλιτρο, είναι ίδιος με πριν την εξίσωση και με 70% κάτω η κατανάλωση! Γιατί πανηγυρίζει τώρα κανένας δεν ξέρει αλλά μας το λύνει αμέσως. Γιατί, λέει, για το κράτος είναι κάλο η μικρή κατανάλωση του πετρελαίου θέρμανσης με ίδιους φόρους! Κάτι έχει το παιδί, δεν ανέχεται να ζεσταίνονται όλοι οι άνθρωποι…

Μας λέει ακόμη ότι η κάποια απώλεια στο πετρέλαιο θέρμανσης αναπληρώθηκε από αυξημένη πώληση στο πετρέλαιο κίνησης, άρα είμαστε ίσα!

Δεν μας λέει βέβαια ότι ο φόρος (ειδικός φόρος και ΦΠΑ) στο κίνησης μειώθηκε κατά 100,2 ευρώ το χιλιόλιτρο άρα έχασε από εδώ ούτε κάνει αφαίρεση του επιδόματος θέρμανσης…
Κοινώς έμπλεξε τα μπούτια του το έξυπνο πουλί!

Αλλά δεν τον πιάσαμε εμείς από τη μύτη. Τον έπιασε το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους να λέει ψέματα. Και να πως:

 

ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΓΛΚ ΔΙΑΨΕΥΔΟΥΝ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στο 11μήνο Ιανουαρίου- Νοεμβρίου, τα έσοδα από τον ΦΠΑ και τον ΕΦΚ καυσίμων ανήλθαν στο 11μηνο στα 5,861 δισ. ευρώ και σε σχέση με το 2012 είναι μειωμένα κατά 584 εκατ. Ευρώ!

Στο σύνολο του 2013 η κυβέρνηση αναμένει από την φορολογία καυσίμων έσοδα 6,6 δισ. ευρώ κάτι που σημαίνει ότι για να επιτευχθεί ο στόχος θα πρέπει μόνον μέσα στο Δεκέμβριο ο ΦΠΑ πετρελαιοειδών και ο ΕΦΚ στα ενεργειακά προϊόντα να εισφέρουν έσοδα 800 εκατ. ευρώ στον προϋπολογισμό, κάτι που θεωρείται σχεδόν αδύνατον.

Οι εισπράξεις μόνο από τον Ειδικό Φόρο Καταναλώσεως στα πετρελαιοειδή υπεχώρησαν στα 3,821 δισ. ευρώ, έναντι 4,059 δισ. ευρώ στο 11μήνο Ιανουαρίου-Νοεμβρίου 2012, σημειώνοντας πτώση κατά 238 εκατ. Ευρώ διαψεύδοντας την κυβέρνηση για ίδια είσπραξη  φόρου.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΨΕΥΤΗΣ ΛΟΙΠΟΝ;
Για τον Άδωνη ισχύει το γνωστό απόφθεγμα ανεστραμμένο: «Πάντα ψεύτης άρα και τη μια φορά ψεύτης»!

Δείτε στο μεταξύ τι καταμαρτυρεί στη κυβέρνηση η Ομοσπονδία Βενζινοπωλών

 


Πέμπτη, 26 Δεκεμβρίου 2013

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι και το σοσιαλιστικό κίνημα στα Βαλκάνια (μέρος 2ο)



Του Δημήτρη Αστερίου


Η Βαλκανική Δημοκρατική Ομοσπονδία

Από τις απαρχές του το σοσιαλιστικό κίνημα των βαλκανικών χωρών είχε ζυμωθεί με το ζήτημα της ενότητας των βαλκανικών λαών. Η πάλη για την ενότητα των βαλκανικών λαών εκφράστηκε με τον στόχο της Βαλκανικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας. 

Η 1η Βαλκανική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι από τις 7 έως τις 9 Ιανουαρίου 1910 με τη συμμετοχή αντιπροσωπειών από τη Βουλγαρία, τη Σερβία, τη Ρουμανία, το Μαυροβούνιο, την Τουρκία και τις σλαβικές περιοχές της Αυστροουγγαρίας. Από την Ελλάδα δεν πήρε μέρος καμιά σοσιαλιστική ομάδα, η δε σοσιαλιστική εργατική οργάνωση Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης δεν μπόρεσε να συμμετάσχει λόγω των αντιρρήσεων των Βούλγαρων «στενών» σοσιαλιστών. Η συνδιάσκεψη πήρε θέση υπέρ του δικαιώματος των λαών για αυτοδιάθεση και υπέρ της δημιουργίας της Βαλκανικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας. Η Βαλκανική Δημοκρατική Ομοσπονδία θεωρήθηκε ο αποτελεσματικότερος τρόπος για την επίλυση του προβλήματος των εθνοτήτων και τον εκδημοκρατισμό των βαλκανικών χωρών. Η Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη της Κοπεγχάγης το 1910 υιοθέτησε παρόμοια θέση.

Η επανάσταση των Νεοτούρκων το 1908 έγινε αρχικά αποδεκτή και αντιμετωπίστηκε θετικά τόσο από τη 2η Διεθνή όσο και από την πλειονότητα των Βαλκάνιων σοσιαλιστών. Πολλοί πίστεψαν ότι οι Νεότουρκοι θα συνέβαλαν στη διαφύλαξη της ειρήνης και θα προχωρούσαν σε δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στο οθωμανικό κράτος. Το 1909 ο Κριστιάν Ρακόφσκι έγραφε: «έχω αγωνιστεί και θα συνεχίσω να αγωνίζομαι για την παγίωση του νέου καθεστώτος στην Τουρκία.»4

 
Το καλοκαίρι του 1915 (19 έως 22 Αυγούστου) συνέρχεται στο Βουκουρέστι η 2η Βαλκανική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη. Σε αυτή συμμετέχει η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης αντιπροσωπευόμενη από τον Α. Δ. Σίδερη. Ο ηγέτης του Βουλγαρικού Σοσιαλιστικού Κόμματος των «στενών», Δ. Μπλαγκόεφ, πρότεινε τον ανασχηματισμό της Διεθνούς με βάση τη συνεχή ταξική πάλη, τον διεθνιστικό σοσιαλισμό και την ανειρήνευτη πάλη κατά του οπορτουνισμού, του σοβινισμού και των άλλων παρεκκλίσεων της Διεθνούς. Οι προτάσεις του δεν έγιναν δεκτές.
Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ το 1918 υιοθέτησε το ψήφισμα «Περί της ιδρύσεως Βαλκανικής Δημοκρατικής Ομοσπονδίας» το οποίο δηλώνει:
«… Ότι η πάλη των τάξεων η διεξαγομένη υπό του προλεταριάτου της Βαλκανικής δυσχεραίνεται συνεπεία της εξωτερικής πολιτικής της αστικής τάξεως των Βαλκανίων και των Μ. Δυνάμεων.
Ότι η οικονομική, πολιτική και κοινωνική πρόοδος των βαλκανικών χωρών εμποδίζεται από τας κυριάρχους τάξεις που θέλουν εκάστη την πολιτικήν ηγεμονίαν επί ζημία του γείτονος απογυμνωμένου των εδαφών του.
Ότι εις αυτήν την αιτίαν της αντιδραστικής πολιτικής εσωτερικής αφορμής προστίθεται μία αιτία εξωτερικής αφορμής, δηλ. η ιμπεριαλιστική πολιτική των Μ. Δυνάμεων εις τα Βαλκάνια που είναι γι’ αυτές ένα έδαφος επιθυμητόν εξ αιτίας του πλούτου των και της γεωγραφικής των θέσεως.
Ότι η πολιτική της επιρροής και της κατακτήσεως των Μ. Δυνάμεων διευκολύνεται εκ της διαιρέσεως της Βαλκανικής χερσονήσου εις πολλά μικρά κράτη μεταμορφούμενα εις πολιτικούς πελάτας των Μ. Δυνάμεων που εκμεταλλεύονται τας επιθυμίας ηγεμονίας και τα κάνουν τυφλά των όργανα.
Ότι αι δυναστείαι και τα μοναρχικά συστήματα βοηθούν εις την ανάπτυξιν ιδιοτελούς εθνικισμού, πολιτικών μηχανορραφιών και γίνονται το στήριγμα του μιλιταριστικού παράγοντος. (…)

Το ελληνικόν Σοσιαλιστικόν Εργατικόν Κόμμα κρίνει ότι το καθήκον των σοσιαλιστικών κομμάτων της Βαλκανικής είναι: 1) Να πολεμήσουν κάθε ιμπεριαλιστικήν αξίωσιν των κυβερνήσεών των εις τον διακανονισμόν των εκκρεμών ζητημάτων καθόσον αυτά δύνανται να αναζωογονήσουν τα μίση και να διατηρήσουν την δυσπιστίαν και να γίνουν αφορμή μελλόντων πολέμων. 2) Να πολεμήσουν πάσαν συμμαχίαν των βαλκανικών λαών εποφθιαλμούσαν τα δικαιώματα και την ελευθερίαν άλλων βαλκανικών λαών και ήτις, μακράν του να επιφέρη την ένωσιν και συμφιλίωσιν προκαλεί καταστροφάς και χωρίς να παραδέχεται εδαφικάς μεταβολάς ως μέσον λύσεως του βαλκανικού προβλήματος, διακηρύττει ότι ο μόνος τρόπος ενώσεως μεταξύ των βαλκανικών λαών, δυνάμενος να εξασφαλίση την συνεννόησιν και διαρκή ειρήνη είναι η Βαλκανική δημοκρατική ομοσπονδία, στηριζομένη επί θεσμών εντελώς δημοκρατικών, εγγυουμένη την πλήρη και πραγματικήν πολιτικήν, εθνικήν και γλωσσικήν ελευθερία όλων των εθνοτήτων άνευ διακρίσεως φυλής και θρησκεύματος και έχουσα ως κοινόν νομοθετικόν όργανον εκτός της κατά τόπους Βουλής, μίαν Βουλήν εκλεγομένην δια της καθολικής, ίσης και αμέσου ψηφοφορίας με αναλογικήν αντιπροσωπείαν και αυτοδιοίκησιν και έχουσα ως μέσον αμύνης την πολιτοφυλακήν….»5
 
Η ιδέα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας έχει ιστορικές ρίζες.

Την τριετία 1875-1877 δραστηριοποιείται στη Γενεύη η μυστική εταιρεία Δημοκρατική Ομοσπονδία της Ανατολής. Σε αυτή συμμετέχουν ενεργά δύο πρώιμοι Έλληνες σοσιαλιστές, ο Παναγιώτης Πανάς και ο Παύλος Αργυριάδης. Οι διακηρύξεις της τυπώνονται σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες και κυκλοφορούν χέρι με χέρι στις βαλκανικές χώρες και κυρίως στους υπόδουλους πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η προγραμματική διακήρυξη της Δημοκρατικής Ομοσπονδίας της Ανατολής δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εργάτης, την οποία διηύθυνε ο Παναγιώτης Πανάς.

«Έλληνες, Αλβανοί, Σέρβοι, Ρωμούνοι, Βούλγαροι, φυλαί ελληνικαί, σλαβικαί, λατινικαί, ταταρικαί, όσαι κατοικείτε τας ευρείας χώρας, τας περιλαμβανομένας μεταξύ των τριών θαλασσών, του Ευξείνου, της Μεσογείου και της Αδριατικής, και εκτεινομένας από των Άλπεων και των Καρπαθίων μέχρι της Κρήτης και της Κύπρου, ενωθείτε. Αποτινάξατε τον επιβαρύνοντα τον τράχηλόν σας ζυγόν και υπό την σημαίαν της ελευθερίας ανιδρύσατε δημοκρατικήν ομοσπονδίαν, ήτις και μόνη δύναται να εξασφαλίση το μέλλον της Ανατολής.»6
 
Αυτές οι ιδέες  της μυστικής εταιρείας αποτελούν συνέχεια του οραματισμού του Ρήγα για την απελευθέρωση των λαών από τον οθωμανικό ζυγό και για την ένωσή τους. 

Με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης, μένοντας πιστή στις αποφάσεις της Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Συνδιάσκεψης του 1910 και στις αποφάσεις της 2 Διεθνούς, τάχθηκε κατά της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των Μεγάλων Δυνάμεων, υπέρ του δικαιώματος των λαών για ελεύθερη αυτοδιάθεση και υπέρ της Βαλκανικής Ομοσπονδίας. Οι θέσεις της Φεντερασιόν απέβλεπαν στον εκσυγχρονισμό μέσω μεταρρυθμίσεων, που δεν προϋπέθετε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τη Φεντερασιόν, η οριστική λύση του εθνικού ζητήματος θα ερχόταν μετά την κατάλυση του οθωμανικού απολυταρχισμού και τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Πρώτος στόχος της ήταν η κατάργηση του ανατολικού δεσποτισμού και της οθωμανικής φεουδαρχίας. Για αυτό, σε διαφορά με τους Βούλγαρους σοσιαλιστές, από την πρώτη ημέρα της νεοτουρκικής επανάστασης η Φεντερασιόν είχε υποστηρίξει τους Νεότουρκους.

Οι Έλληνες σοσιαλιστές της Παλαιάς Ελλάδας διακρίνονται για τις συγκεχυμένες και αντιφατικές απόψεις τους. Όμως κοινή θέση των Ελλήνων σοσιαλιστών ήταν η υποστήριξη της ένωσης των χωρών της Χερσονήσου του Αίμου σε μια Δημοκρατική Βαλκανική Ομοσπονδία. Αυτή η θέση περιλαμβάνεται τόσο στο πρόγραμμα του Συνδέσμου των Εργατικών Τάξεων του Πλάτωνα Δρακούλη όσο και στο πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Κέντρου της Αθήνας του Ν. Γιαννιού. 

Σε ένα υπόμνημα της Φεντερασιόν προς το Γραφείο της Β΄ Σοσιαλιστικής Εργατικής Διεθνούς το 1913, το οποίο φέρει την υπογραφή «Ένας Βαλκάνιος» και περιέχει πολλά στοιχεία και εκτιμήσεις για την πληθυσμιακή και κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη Μακεδονία και τη Θράκη, διατυπώνεται η εξής θέση:
«Μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η μοιρασιά των ευρωπαϊκών εδαφών της Τουρκίας, μ’ οποιονδήποτε τρόπο κι αν γίνει, θα προκαλέσει εθνικούς ανταγωνισμούς οξύτερους από εκείνους που είχαν ξεσπάσει ακόμη και κάτω από την βασιλεία του Αβδούλ Χαμίτ. Μπορούμε ακόμη να βεβαιώσουμε ότι το μοίρασμα αυτό θα παρεμποδίσει την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη των διαφόρων τάξεων του πληθυσμού και ειδικά της εργατικής τάξης, θα συμβάλει στην ενίσχυση της αντίδρασης και του μιλιταρισμού σε όλες τις βαλκανικές χώρες, θα δημιουργήσει μια κατάσταση εξαιρετικά επικίνδυνη για τη διατήρηση της βαλκανικής ειρήνης και, τέλος, θα αποτελεί διαρκή κίνδυνο για την ευρωπαϊκή ειρήνη. (…) Δεδομένου ότι η κατάσταση είναι όπως την περιγράφουμε, πιστεύουμε ότι για τις επαρχίες της ευρωπαϊκής Τουρκίας η υιοθέτηση της λύσης διανομή σημαίνει να καταδικαστούν ολόκληρες εθνικότητες σε εθνική εξολόθρευση και να δημιουργηθεί στις επαρχίες αυτές μια κατάσταση χίλιες φορές πιο απαράδεκτη από εκείνη που επικρατούσε επί τουρκικού καθεστώτος. Για το συμφέρον των ιθαγενών πληθυσμών, σ’ οποιαδήποτε εθνότητα κι αν ανήκουν, για το συμφέρον της γενικότερης ανάπτυξης αυτών των επαρχιών, για το συμφέρον της δημοκρατίας στη Βουλγαρία, Ελλάδα και Σερβία, για το συμφέρον της ειρήνης στα Βαλκάνια, όπως και για το συμφέρον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας και της παγκόσμιας ειρήνης, στις περιοχές αυτές πρέπει να συσταθούν ένας ή δύο πολιτικοί οργανισμοί. Στις επαρχίες αυτές πρέπει να δημιουργηθεί ένα αυτόνομο καθεστώς, ολότελα ανεξάρτητο σε σχέση με τις γειτονικές χώρες, καθεστώς εγγυημένο από διεθνές σύμφωνο. Ιδού η λύση που προτείνουμε.»7

Ο Λένιν για τους Βαλκανικούς πολέμους

Mε το ξέσπασμα των Βαλκανικών πολέμων ο Λένιν εκτιμά πως η απελευθέρωση των βαλκανικών λαών από τον οθωμανικό ζυγό αποτελεί θετικό βήμα στην κατεύθυνση λύσης του εθνικού προβλήματος.
«Η συντριβή της Τουρκίας είναι αναμφισβήτητη. Οι νίκες των βαλκανικών κρατών της τετραμερούς συμμαχίας (Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου, Ελλάδας) είναι τεράστιες. Η συμμαχία των τεσσάρων αυτών κρατών είναι γεγονός. Τα Βαλκάνια στους βαλκανικούς λαούς -αυτό έχει επιτευχθεί πια. (…) Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια σημείωσε ένα τεράστιο βήμα μπροστά προς τη λύση του. Τώρα απ’ όλη την Ανατολική Ευρώπη μονάχα η Ρωσία παραμένει το πιο καθυστερημένο κράτος. Παρόλο που στα Βαλκάνια δημιουργήθηκε συμμαχία μοναρχιών κι’ όχι συμμαχία δημοκρατιών, παρόλο που πραγματοποιήθηκε συμμαχία χάρη στον πόλεμο κι’ όχι χάρη στην επανάσταση, παρόλα αυτά, έγινε ένα μεγάλο βήμα μπροστά προς την εξάλειψη των υπολειμμάτων του μεσαίωνα σ’ ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη. (…) Και στη Δυτική Ευρώπη το προλεταριάτο όλο και δυνατότερα διακηρύσσει το σύνθημα: Καμιά επέμβαση! Τα Βαλκάνια στους βαλκανικούς λαούς!»8
 
Ο Λένιν δεν μένει προσκολλημένος σε αφηρημένα σχήματα, αλλά απαντά με θετικό τρόπο στα προβλήματα που είχε μπροστά του το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα της εποχής του. Απαντώντας με συγκεκριμένο τρόπο στο έδαφος των συμφερόντων της εργατικής τάξης, συνδέει το εθνικό ζήτημα με τα καθήκοντα της προλεταριακής επανάστασης. 

 
«Οι αστικές εφημερίδες, αρχίζοντας από τη “Νόβογε Βρέμια“ και τελειώνοντας στη ”Ρετς“, μιλούν για εθνική απελευθέρωση στα Βαλκάνια, παρασιωπώντας την οικονομική απελευθέρωση. Ενώ στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό το τελευταίο είναι το κύριο. (…) Αντίθετα, η εργατική δημοκρατία αυτή μόνο υπερασπίζει την πραγματική και πλήρη απελευθέρωση των βαλκανικών λαών. Μόνο η ολοκληρωτική οικονομική και πολιτική απελευθέρωση των αγροτών όλων των βαλκανικών εθνοτήτων μπορεί να εξαφανίσει κάθε δυνατότητα οποιασδήποτε εθνικής καταπίεσης.»9

***

Η προσπάθεια να ξανατεθεί το ζήτημα της Βαλκανικής Ομοσπονδίας από τη Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία και την Κομμουνιστική Διεθνή δεν ευοδώθηκαν. Τα λάθη που έγιναν από την ηγεσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά το 5ο συνέδριό της, η οποία δεν πήρε υπόψη της τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί (εδραίωση εθνικών κρατών στα Βαλκάνια, πληθυσμιακές αλλαγές, κλπ.) και υπερτίμησε τη σημασία των Βαλκανίων και κυρίως της Βουλγαρίας ως προς τις επαναστατικές εξελίξεις, οι εσφαλμένες συμμαχίες και τα εσφαλμένα συνθήματα συνέβαλαν στο να μην έχει συνέχεια η υπόθεση της Βαλκανικής Ομοσπονδίας.



Σημειώσεις

1 Έdouard Driault, Το Ανατολικό Ζήτημα, μετάφραση Λίνα Σταματιάδη, εκδ. Κάτοπτρο/Ιστορητής, Αθήνα, 2000, τ. Α΄, σ. 304-305.
2 Barbara Jelavich, Iστορία των Βαλκανίων, μετάφραση Σταυρούλα Γιαννοπούλου, εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα, 2006, τ. ΙΙ, σ. 41.
3 Παρατίθεται στο Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν, εκδ. Ο «Ανεξάρτητος», Εν Αθήναις, 1933, σ. 2.975.
4 Μ. Reberioux & G. Haupt, “Le socialisme et la question coloniale avant 1914: Lattitude de lInternationale”, Le Mouvement Social, αρ. 45, 1963, σ. 28. Παρατίθεται στο Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1978, σ. 35.
5 Παρατίθεται στο Γιωργή Δ. Κατσούλη, Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, εκδ. Νέα Σύνορα, Αθήνα, 1976, τόμος Α, 1918-1922, σσ. 117-118.
6 Εργάτης, 24/9/1875. Παρατίθεται στο Μιχάλης Δημητρίου, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα. Τόμος 1. Από τους ουτοπιστές στους μαρξιστές, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1985, σ. 31.
7 Δημοσιεύεται στο περιοδικό Ο Πολίτης, τ. 28, Αύγουστος – Σεπτέμβιος 1979, σσ. 42, 49.
8 Β. Ι. Λένιν, Ένα καινούργιο κεφάλαιο της παγκόσμιας ιστορίας, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, τ. 22, σσ. 160-161.Τα πλάγια στο πρωτότυπο.
9 Β. Ι. Λένιν, Η κοινωνική σημασία των σερβοβουλγαρικών νικών, Άπαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, τ. 22, σσ. 194-195.Τα πλάγια στο πρωτότυπο.





Δημοσιεύτηκε στη Μαρξιστική Σκέψη, τ. 11, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013.

Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι και το σοσιαλιστικό κίνημα στα Βαλκάνια (1ο μέρος)


Του Δημήτρη Αστερίου


Oι Βαλκανικοί πόλεμοι ήταν ο προτελευταίος κρίκος που μαζί με την τελική πράξη, τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο, αποτέλεσαν την ντε φάκτο λύση του Ανατολικού ζητήματος.

Στην πορεία του 19ου αιώνα σημαντικά εδάφη από την ευρωπαϊκή επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας απελευθερώθηκαν μέσα από εθνικές επαναστάσεις και σχηματίστηκαν εθνικά κράτη. Ο Α΄ παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η Μικρασιατική εκστρατεία έδωσαν το τελικό κτύπημα για την κατάρρευση του «μεγάλου ασθενούς». Στα εδάφη της Μικράς Ασίας και στην Ανατολική Θράκη οι Τούρκοι συγκρότησαν το δικό τους εθνικό κράτος.
Ο νέος πολιτικός χάρτης που προέκυψε από τον Ευφράτη έως την Αδριατική ήταν αποτέλεσμα σκληρών αγώνων των λαών, επαναστάσεων και πολέμων.
Με ωμή βία και διακρατικές συμφωνίες μεγάλο μέρος των ντόπιων πληθυσμών εκδιώχθηκαν ή ανταλλάχθηκαν.
Ο 19ος αιώνας είναι ο αιώνας κατά τον οποίο αναδύεται το εθνικό ζήτημα. Οι λαοί οι οποίοι βρίσκονται υπό την κυριαρχία δυναστειών που εξουσιάζουν πολυεθνικές αυτοκρατορίες διαμορφώνουν εθνική συνείδηση και διατυπώνουν εθνικά αιτήματα. Φορείς αυτού του εθνικού σκιρτήματος είναι διανοούμενοι και ριζοσπάστες αστοί. Παράλληλα κάνει τα πρώτα βήματά του και το κίνημα της εργατικής τάξης.
Αυτό είναι το γενικό πλαίσιο στο οποίο στις βαλκανικές χώρες διαμορφώθηκε η εθνική συνείδηση και τέθηκε το ζήτημα της εθνικής ολοκλήρωσης. Ο στόχος για την απελευθέρωση και την ένωση εδαφών που ανήκαν ακόμη στην οθωμανική επικράτεια με τη «μητέρα πατρίδα» κυριαρχεί στα βαλκανικά κράτη. Το κάθε βαλκανικό κράτος είχε τα δικά του «ιστορικά και πληθυσμιακά» επιχειρήματα για να διατυπώσει τον δικό του μεγαλοϊδεατικό λόγο. Οι βαλκανικές δυναστείες, που συνδέονται με τη μία ή την άλλη μεγάλη δύναμη, ενθαρρύνονται σε αυτή την κατεύθυνση ή συγκρατούνται ανάλογα με την πολιτική των προστατών τους.


 

Τα Βαλκάνια και οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων

Τα Βαλκάνια και η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούν πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις της Ευρώπης.
Με τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878 η Γερμανία κινείται προς ανατολάς. Η Γερμανία, που γνωρίζει εντυπωσιακή βιομηχανική ανάπτυξη, αναζητά οικονομικές διεξόδους, μια και η διαμορφωμένη αρχιτεκτονική του αποικιακού μοιράσματος του κόσμου την τοποθετεί σε υποδεέστερη θέση. Η προσπάθεια του γερμανικού ιμπεριαλισμού είναι να αποσπάσει την Υψηλή Πύλη από τον εναγκαλισμό της Αγίας Πετρούπολης. Μέσω της Αυστροουγγαρίας και χρησιμοποιώντας τη σιδηροδρομική γραμμή Βιέννη – Θεσσαλονίκη- Κωνσταντινούπολη, η Γερμανία μεταφέρει μαζικά προϊόντα της στα Βαλκάνια και στην ανατολική επικράτεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία περνά υπό την επιρροή της Γερμανίας. Γερμανοί εκπαιδευτές στον οθωμανικό στρατό, αγορά πολεμικού εξοπλισμού, άδειες εγκατάστασης και εκμετάλλευσης των σιδηροδρόμων από το γερμανικό κεφάλαιο καθιστούν το Βερολίνο σημαντικό παίκτη στην Ανατολή.
Η γερμανική διείσδυση στον οθωμανικό χώρο οξύνει τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η Βρετανία, που κατέχει ισχυρή και εδραιωμένη θέση στις ακτές του Περσικού Κόλπου, αισθάνεται να απειλείται από τη γερμανική διείσδυση. Το ίδιο ισχύει και για την τσαρική Ρωσία, που είναι εγκατεστημένη στην Κασπία και ασκεί επικυρίαρχο ρόλο στην Περσία. Αυτό οδηγεί στην προσέγγιση ανάμεσα στη τσαρική αυτοκρατορία και τη βρετανική αυτοκρατορία προκειμένου να αντιμετωπίσουν τη γερμανική απειλή.
 «Ελλείψει παραδόσεων, οι Γερμανοί αξιοποίησαν την εξαιρετική τους οικονομική δραστηριότητα, τη βιομηχανική υπερπαραγωγή τους, που αναζητούσε συνεχώς διέξοδο σε καινούργιες αγορές, την ανάπτυξη του πληθυσμού τους, που απαιτούσε συνεχώς περισσότερη εργασία, που διεκδικούσε ένα μέρος, ένα μεγάλο μέρος από τα πλούτη της γης. Εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανών είχαν μεταναστεύσει από χρόνια στη Βόρεια ή Νότια Αμερική σε αναζήτηση του άρτου του επιούσιου∙ χαμένες δυνάμεις για τη μητέρα πατρίδα.»1
Η Γαλλία είχε μεγάλα συμφέροντα στη Συρία και στη Σμύρνη. Είχε κατακτήσει σημαντική οικονομική θέση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία της επέτρεπε να απαιτεί, σε αντάλλαγμα των δανείων που της χορηγούσε, την ανάθεση κρατικών έργων της αυτοκρατορίας σε γαλλικά κεφαλαιοκρατικά συμφέροντα. Σε αυτόν τον τομέα η Γαλλία είχε την υποστήριξη της Ρωσίας, η οποία ήταν αντίθετη με τη γερμανική διείσδυση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Έτσι τα Βαλκάνια καθίστανται κομβικό σημείο των ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων στην Ανατολή.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι

Στις αρχές του 20ού αιώνα έχουν σχηματιστεί στην Ευρώπη δύο μεγάλοι συνασπισμοί, η Τριπλή Συμμαχία, στην οποία συμμετέχουν η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία, και ένας δεύτερος συνασπισμός ανάμεσα στη Γαλλία και τη Ρωσία. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα η άλλη Μεγάλη Δύναμη, η Βρετανία, αρνούνταν συστηματικά τη συμμετοχή σε γενικές συμμαχίες. Όμως το 1904 και το 1907 η Βρετανία θα συνάψει ξεχωριστές συμφωνίες με τη Γαλλία και τη Ρωσία. Αυτές οι συμφωνίες διευθετούσαν τις εκκρεμείς διαφορές με τη Γαλλία και τη Ρωσία για το ζήτημα των αποικιών και αποτέλεσαν τη βάση της Τριπλής Συνεννόησης (Αντάντ).
Με την επανάσταση των Νεοτούρκων υπήρξε μια προσωρινή προσέγγιση ανάμεσα στους εταίρους των δύο συνασπισμών. Η Αυστροουγγαρία θα βοηθούσε τη Ρωσία στο άνοιγμα των Στενών για τα πολεμικά της πλοία και η Ρωσία θα υποστήριζε τη δυναστεία των Αψβούργων για την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η οποία ανήκε ακόμη στην Οθωμανική αυτοκρατορία και την οποία διεκδικούσε η Σερβία. Μετά τη λήξη αυτής της σύντομης προσέγγισης η Σερβία στρέφεται στη Ρωσία. Όμως ο Ρωσοϊαπωνικός πόλεμος, που οδήγησε στην ήττα της τσαρικής Ρωσίας και στο ξέσπασμα της επανάστασης του 1905, είχε ως συνέπεια να μην μπορεί ο τσάρος να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της Σερβίας, αφού είχε αποδυναμωθεί η επιρροή του στις διεθνείς σχέσεις. Η υποχώρηση της Σερβίας στο τελεσίγραφο της Βιέννης για την προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στην αυτοκρατορία των Αψβούργων δεν ήταν μόνο μια ταπεινωτική ήττα της Σερβίας αλλά και μια διπλωματική ήττα της Ρωσίας. Η Ρωσία αντιδρά αρνούμενη πλέον κάθε συνεννόηση με την Αυστροουγγαρία για τις βαλκανικές υποθέσεις. Στο εξής η Ρωσία είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει συμφωνίες με τις βαλκανικές χώρες, γεγονός που συνεπαγόταν το ξανάνοιγμα του Ανατολικού Ζητήματος.

 
Τον Οκτώβριο του 1909 ο τσάρος Νικόλαος Β΄ και ο βασιλιάς της Ιταλίας, Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄, ήρθαν σε συμφωνία για τα κοινά συμφέροντά τους στην περιοχή. Αυτή η συμφωνία έδωσε τη δυνατότητα στην Ιταλία να επιτεθεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στη βόρεια Αφρική με στόχο την κατάκτηση της Τρίπολης. Η Ιταλία έμπαινε στον χορό για το ξαναμοίρασμα των αποικιών.
Από τη μεριά της η Ρωσία ενθαρρύνει τις βαλκανικές χώρες να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη συμμαχίας μεταξύ τους.
Η πρώτη συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στη Σερβία και τη Βουλγαρία τον Μάρτιο του 1912. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς η Ελλάδα και η Βουλγαρία προχωρούν σε παρόμοιο σύμφωνο. Ανοίγει πια ο δρόμος για τον πόλεμο στα Βαλκάνια.
Η Ιταλία, η οποία είχε αποκτήσει τον έλεγχο της Τρίπολης και της Κυρηναϊκής, χρησιμοποιεί ως αφορμή τον πόλεμο στα Βαλκάνια για να παγιώσει την κατοχή των Δωδεκανήσων, τα οποία είχε καταλάβει νωρίτερα.
Η γρήγορη νίκη των Βαλκάνιων συμμάχων έδειξε την αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αποτέλεσε την αρχή του τέλους της που ήρθε σύντομα. Ταυτοχρόνως η Μακεδονία, η οποία και προηγουμένως ήταν το μήλον της έριδος ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία, αναδείχθηκε σε πεδίο μεγάλων συγκρούσεων ανάμεσα στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Σερβία για το μοίρασμά της.
Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος έχει έναν ηττημένο, αυτή τη φορά έναν από τους συμμάχους του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, τη Βουλγαρία. Αποκάλυψε τις βαθιές αντιθέσεις τις οποίες επικάλυπτε η συμμαχία των βαλκανικών κρατών στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. Τώρα οι πρώην σύμμαχοι μάχονται για το μοίρασμα των εδαφικών κατακτήσεών τους. Στον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο οι Βούλγαροι ηττήθηκαν σε όλα τα μέτωπα και υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τη γραμμή του Βαρδάρη. Η ήττα της Βουλγαρίας επέτρεψε στον τουρκικό στρατό να ανακαταλάβει το Λουλέ-Μπουργκάς, το Κιρκ-Κιλισέ (Σαράντα Εκκλησιές) και την Ανδριανούπολη. Η Βουλγαρία δεν υπέστη μόνο ήττα, αλλά κινδύνεψε και η ίδια. Κάτω από αυτή την απειλή ζήτησε ανακωχή. Οι συζητήσεις για τη σύναψη ειρήνης άρχισαν στις 31 Ιουλίου στο Βουκουρέστι και κατέληξαν στην υπογραφή της συμφωνίας στις 10 Αυγούστου 1913. Έτσι οι βλέψεις της Βουλγαρίας στη Μακεδονία και τη Θράκη ηττήθηκαν στρατιωτικά, γεγονός που κατέστησε τη Βουλγαρία ρεβανσιστικό παράγοντα στην περιοχή μέχρι και το τέλος του Β΄ παγκόσμιου πολέμου.
Το ζήτημα της Μακεδονίας, λόγω της πολυπλοκότητάς του και των πολλών παραγόντων που υπεισέρχονται, δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το άρθρο.
Έναν χρόνο και τρεις μήνες μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων ξεσπά ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποδείχθηκαν εκ των πραγμάτων το πρελούδιο του Α΄ παγκόσμιου πολέμου, καθώς τα Βαλκάνια αποτελούσαν κομβικό σημείο των ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων στην Ανατολή.


Κοινά προβλήματα και διαφορές μεταξύ των βαλκανικών χωρών

Οι εξελίξεις στα βαλκανικά κράτη από τον σχηματισμό τους έως και τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο χαρακτηρίζονται από κοινά προβλήματα αλλά και διακριτές διαφορές. Παρά τις ομοιότητες, οι διαφορές τόσο στο πολιτικό όσο και στο οικονομικό πεδίο ήταν πρόδηλες. Αν και οι βαλκανικές χώρες ήταν όλες αγροτικές, οι διαφοροποιήσεις στις αγροτικές σχέσεις, στην ιδιοκτησία και στις μορφές εκμετάλλευσης στην ύπαιθρο ήταν έντονες.
Στη Σερβία και τη Βουλγαρία τα κτήματα που ήταν πάνω από χίλια στρέμματα αποτελούσαν το 5 τοις εκατό της καλλιεργήσιμης γης. Το 70 τοις εκατό των αγροτικών νοικοκυριών κατείχαν κτήματα έως 20 στρέμματα. Στα χωριά επικρατούσαν συνθήκες φτώχιας και μεγάλης καθυστέρησης. Στη Βουλγαρία μέχρι το 1900 μόλις το 10 τοις εκατό των αγροτών χρησιμοποιούσε σιδερένιο αλέτρι. Ο αναλφαβητισμός στην ύπαιθρο ήταν σχεδόν καθολικός.
 Η αντίθετη κατάσταση ως προς την ιδιοκτησία της γης επικρατούσε στη Ρουμανία, όπου το 85 τοις εκατό των αγροτών ήταν ακτήμονες ή κατείχαν μικροσκοπικούς κλήρους, γεγονός που τους υποχρέωνε να δουλεύουν στα κτήματα των μεγάλων γαιοκτημόνων ή να μισθώνουν γη. Πέντε χιλιάδες μεγάλες ιδιοκτησίες κατείχαν το 55 τοις εκατό της καλλιεργήσιμης γης. Παρά τη συγκέντρωση της γης και την ύπαρξη μεγάλων αγροκτημάτων, οι μέθοδοι καλλιέργειας παρέμεναν πρωτόγονες. Οι περισσότεροι γαιοκτήμονες προτιμούσαν να μισθώνουν τη γη σε μεσάζοντες, οι οποίοι στη συνέχεια υπενοικίαζαν τη γη σε φτωχούς αγρότες με όρους επίμορτης καλλιέργειας. Οι διαχειριστές ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για την αποκόμιση γρήγορου και υψηλού κέρδους και δεν είχαν συμφέρον από μακροχρόνιες και κοστοβόρες βελτιώσεις στην παραγωγή. Το σιτάρι και το καλαμπόκι, που αποτελούσαν το 80 τοις εκατό της αγροτικής παραγωγής, ήταν τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα. Το ήμισυ περίπου αυτών των αγροτικών προϊόντων προορίζονταν για την εξωτερική αγορά.
Στην Ελλάδα το αγροτικό ζήτημα ήταν ιδιαιτέρως σύνθετο και δύσκολο. Μόνο το 20 τοις εκατό της γης ήταν καλλιεργήσιμο, ενώ η αύξηση του πληθυσμού περιέπλεκε και έκανε ακόμη πιο δυσεπίλυτο το πρόβλημα. Οι μικρές γεωργικές καλλιέργειες μόλις που εξασφάλιζαν την επιβίωση του αγροτικού πληθυσμού. Για τις διατροφικές ανάγκες του λαού εισάγονταν σιτηρά, ενώ το μόνο εξαγωγικό προϊόν ήταν η σταφίδα και αργότερα προστέθηκε ο καπνός. Μετά το 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας η χώρα απέκτησε μια μεγάλη γεωργική περιοχή και έκαναν την εμφάνισή τους οι μεγάλες γεωργικές ιδιοκτησίες. Με το πέρασμα στα χέρια Ελλήνων γαιοκτημόνων των μεγάλων μουσουλμανικών τσιφλικιών επεκτείνεται η επίμορτη εργασία των αγροτών, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν στον γαιοκτήμονα το ένα τρίτο μέχρι το μισό της παραγωγής τους.
Πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο σε όλες τις βαλκανικές χώρες τα αρδευτικά έργα και οι τεχνολογικές και επιστημονικές βελτιώσεις της αγροτικής παραγωγής ήταν ελάχιστες και ανεπαρκείς. «Έτσι, με την αύξηση του πληθυσμού και τη συνεχή κατάτμηση της γης, το μέλλον για τους αγρότες στα Βαλκάνια ήταν ζοφερό. Ελάχιστα πράγματα μπορούσαν να κάνουν για να βελτιώσουν την κατάσταση. Ο δανεισμός θα μπορούσε να επιτρέψει τη βελτίωση της γης, την αγορά καλύτερου εξοπλισμού και την αύξηση της παραγωγής, δυστυχώς, όμως, οι όροι ήταν δυσβάστακτοι. Τα αγροτικά χρέη αποτελούσαν κοινό πρόβλημα σε ολόκληρη τη Βαλκανική. Συχνά τα δάνεια αντλούνταν απλώς για να στηρίξουν την οικογένεια από τη μια περίοδο στην επόμενη. Έτσι, χρησιμοποιούνταν όχι για τη βελτίωση των κτημάτων, αλλά για την κάλυψη φορολογικών υποχρεώσεων και άλλων ζωτικών αναγκών. Καθώς γενικά τα δάνεια αυτά συνάπτονταν με πολύ αυστηρούς όρους, μπορούσαν να κρατήσουν μια οικογένεια σε μόνιμο χρέος. Ελλείψει κεντρικών αγροτικών τραπεζών, οι αγρότες δανείζονταν συνήθως χρήματα από τοπικούς εμπόρους, πλούσιους γαιοκτήμονες και επιφανή πρόσωπα του χωριού. Αν αναλογιστεί κανείς ότι οι άνθρωποι αυτοί ασκούσαν επιρροή στο τοπικό πολιτικό σύστημα, γίνεται φανερό πόσο ευάλωτοι ήταν οι αγρότες στην οικονομική εκμετάλλευση.»2
Κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα οι προσπάθειες εκβιομηχάνισης στις βαλκανικές χώρες ήταν ισχνές. Ο αστικός πληθυσμός περιοριζόταν στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία στο 20 τοις εκατό και στην Ελλάδα στο 30 τοις εκατό. Όσον αφορά τη σύνθεση του πληθυσμού των πόλεων αποτελούνταν κατά το μεγαλύτερο μέρος από απασχολουμένους στον κρατικό μηχανισμό, στο μικρεμπόριο και στις μικρές βιοτεχνίες. Ακόμη και όταν γίνονταν έργα υποδομών, όπως κατασκευή σιδηροδρόμων, τα στελέχη, το διευθυντικό προσωπικό, το ειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, ακόμη και εργάτες ήταν ξένοι. Η αδυναμία να απορροφηθεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην εγχώρια παραγωγή οδηγούσε στη μαζική μετανάστευση.
Το 1914 στη Ρουμανία, που σημείωσε τη μεγαλύτερη πρόοδο ως προς την εκβιομηχάνιση και εκμεταλλευόταν το πετρέλαιο στην περιοχή του Πλοέστι, μόνο το 1,5 τοις εκατό του εθνικού πλούτου αντιστοιχούσε στη βιομηχανία.
Ένα σημαντικό πρόβλημα στην Ελλάδα ήταν τα εξαιρετικά μεγάλα δάνεια από το εξωτερικό. Ανάμεσα στο 1879 και το 1890 το εξωτερικό χρέος της αυξήθηκε κατά 630 εκατομμύρια φράγκα. Αν προσθέσουμε και τα τοκοχρεωλύσια των προηγούμενων δανείων, η εξυπηρέτηση του χρέους απορροφούσε τη μερίδα του λέοντος του εθνικού προϋπολογισμού. Η ανάγκη να κατασκευαστούν δρόμοι, σιδηρόδρομοι και λιμάνια, καθώς και η Διώρυγα της Κορίνθου, και το κόστος για την αναδιοργάνωση του στρατού και του ναυτικού γονάτιζαν οικονομικά τη χώρα. Τα χρήματα για τις παραπάνω ανάγκες προέρχονταν από τους υπέρογκους φόρους που επιβάλλονταν στους αγρότες και στις φτωχότερες τάξεις του πληθυσμού. Η μικρή ελληνική υφαντουργία, η οποία προηγουμένως εξήγε μεταξωτά και βαμβακερά προϊόντα, δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την προηγμένη βιομηχανία σε αυτούς τους τομείς της Βρετανίας και της Αυστροουγγαρίας, οι οποίες εξήγαν τα προϊόντα τους στην εσωτερική αγορά της Ελλάδας. Ενώ η βιομηχανία ζάχαρης που βασίζεται στα ζαχαρότευτλα είχε κάνει την εμφάνισή της στις άλλες βαλκανικές χώρες, στην Ελλάδα ήταν ανύπαρκτη. Στους άλλους βιομηχανικούς τομείς, όπως οικοδομικά υλικά, γυαλί, ξυλεία, κλπ., η ανάπτυξη ήταν περιορισμένη και η παραγωγή τους ήταν ανεπαρκής για τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς.

Τα πρώτα βήματα του σοσιαλιστικού εργατικού κινήματος στα Βαλκάνια

Σε αυτό το πλαίσιο της βιομηχανικής καθυστέρησης και της κυριαρχίας του αγροτικού πληθυσμού κάνει τα πρώτα του βήματα το εργατικό κίνημα στις βαλκανικές χώρες.
Στη Βουλγαρία το Σοσιαλιστικό Κόμμα ιδρύθηκε το 1890 και το 1903 διασπάστηκε σε δύο ανεξάρτητες πτέρυγες. Από την αριστερή πτέρυγα, τους λεγόμενους «στενούς», με ηγέτη τον Δημήτρη Μπλαγκόεφ, πρόκυψε μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο γνώρισε γρήγορη ανάπτυξη. Το 1919 η εκλογική δύναμή του ήταν 115.831 ψήφοι έναντι 97.621 ψήφων για το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Στις εκλογές του 1924 το Κομμουνιστικό Κόμμα κέρδισε 238.237 ψήφους και εξέλεξε 32 βουλευτές, ενώ η πορεία του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν φθίνουσα με 16.916 ψήφους και 5 βουλευτές.
Στη Ρουμανία υπήρχαν από το 1880 πολλές σοσιαλιστικές ομάδες, αλλά μετά τη μεγάλη αγροτική εξέγερση του 1907 και χάρη στις επίμονες προσπάθειες του Κριστιάν Ρακόφσκι σχηματίστηκε το 1911 το Ρουμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα με την προσχώρηση και συνδικάτων.
Στη Σερβία πριν από τον πόλεμο είχε αναπτυχθεί ένα σοσιαλιστικό κόμμα, όμως με περιορισμένη λαϊκή υποστήριξη. Από την ίδρυσή του το Σοσιαλιστικό Κόμμα επηρεαζόταν από την πορεία της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και σε αυτό κυριαρχούσε η αριστερή πτέρυγά του. Την ημέρα της κήρυξης του Α΄ παγκόσμιου πολέμου η Κ.Ε. του κόμματος τάχθηκε με απόφασή της κατά του πολέμου. Ο ηγέτης του κόμματος, Ντουσάν Πόποβιτς, σε επιστολή του με την οποία εκφράζει τη θλίψη του για την υποστήριξη της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας στον πόλεμο, δηλώνει ότι ο χαρακτήρας του Α΄ παγκόσμιου πολέμου «είναι καθαρώς ιμπεριαλιστικός. Κατά συνέπειαν ημείς –ως μέρος της μεγάλης σοσιαλιστικής και προλεταριακής Διεθνούς- κατενοήσαμεν ότι το επιτακτικόν καθήκον μας ήτο να ταχθώμεν εναντίον του πολέμου.»3 Στις 30 Ιουνίου 1920 στο συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Βούκοβαρ η συντριπτική πλειοψηφία αποφασίζει την προσχώρηση στην Κομμουνιστική Διεθνή.
Στην Ελλάδα μέχρι το τέλος του Α΄ παγκόσμιου πολέμου δεν είχε σχηματιστεί Σοσιαλιστικό Κόμμα αντίστοιχο με εκείνα των άλλων βαλκανικών χωρών. Οι προσπάθειες διαφόρων σοσιαλιστών για την ένωση ομίλων και ομάδων δεν είχαν ευδοκιμήσει. Με τη νίκη του ελληνικού στρατού και των συμμάχων του επί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας η Ελλάδα αποκτά εδάφη και πληθυσμό που την καθιστούν βιώσιμο κράτος.
Το 1918, όταν ιδρύεται το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ελλάδος (ΣΕΚΕ), υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τον σχηματισμό ενός εργατικού κόμματος που φιλοδοξεί να αγκαλιάσει μεγάλα τμήματα του νεαρού αλλά αναπτυσσόμενου ελληνικού προλεταριάτου. 



Δημοσιεύτηκε στη Μαρξιστική Σκέψη, τ. 11, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2013.